αντί προλόγου..

αντί προλόγου..

'Eχουμε την τύχη να ζούμε σε μια πόλη ευνοημένη από τη φύση και την ιστορία. Tα δυνατά της σημεία είναι πολλά και λίγο-πολύ γνωστά. Yπάρχουν όμως κι εκείνα- και δεν είναι λίγα - που τα βλέπουμε γύρω μας καθημερινά και μας πληγώνουν , ταλαιπωρούν την αισθητική μας.
Στο μπλογκ αυτό θα διαβάζετε σκέψεις, παρατηρήσεις αλλά και προτάσεις που έρχονται αυθόρμητα στο νου περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της μοναδικής αυτής πόλης που μπορεί να γίνει ακόμη πιο όμορφη και συναρπαστική...


Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

O κούρος που πήρε μετάταξη..


Το πρωί έπρεπε να πάω στην εφορία (στην 3ης Σεπτεμβρίου) για δεύτερη συνεχή μέρα. Την προηγούμενη δεν εξυπηρετήθηκα διότι έλειπε μια σφραγίδα, μια φωτοτυπία και κάτι άλλο που δεν το συγκράτησα και πολύ ταλαιπωρήθηκα νύχτα με καύσωνα για να το θυμηθώ.

Προετοιμάστηκα κατάλληλα και πήρα τον κατήφορο της Καλλιδρομίου, βγήκα στη Βασιλέως Ηρακλείου και βάδιζα σύρριζα στα κάγκελα του Αρχαιολογικού Μουσείου όταν σκέφτηκα να το επισκεφθώ, να δω λίγο πολιτισμό, να πιω ένα νεράκι και μετά –ακόμη καταλληλότερα προετοιμασμένη και εμφορούμενη εθνικής υπερηφανείας– να καταπλεύσω στην εφορία.

 Έκανα μια μικρή περιήγηση και κατέβηκα στο καφέ να πάρω εκείνο το νεράκι. Από τα σκαλιά ακόμη άκουσα φωνές και γέλια. Απόρησα. Σε αρχαιολογικό χώρο, σκέφτηκα, ποιος μπορεί να κάνει τέτοια οχλαγωγία;  Και τότε είδα! Στον κήπο του Μουσείου τα τραπεζοκαθίσματα είχαν ενωθεί και καταληφθεί από καμιά εικοσαριά άνδρες και γυναίκες – όλοι Έλληνες. Αμέσως σκέφτηκα ότι έχουν διοργανώσει γάμο ή βάπτιση κι όπου να ’ναι θα αρχίσουν να παίζουν λαούτα, κλαρίνα και βιολιά, αλλά πάλι, λέω από μέσα μου, δεν μπορεί, είναι και πρωί. Απ’ την άλλη, οι κυρίες ήταν ντυμένες για τέτοιου είδους εκδήλωση: ψηλοτάκουνες γόβες, φορέματα που άρχιζαν με διάφορες χάντρες και τελείωναν σε ανισομήκεις γλώσσες, μπλούζες με τον έναν ώμο αυθαιρέτως ελεύθερο, μαλλιά σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου, πεντικιούρ γαλλικό, μανικιούρ αγνώστου εθνικότητος αλλά με στρας!

Αναζήτησα γρήγορα ένα νερό και μια καρέκλα. Νερό ήπια – όρθια. Καρέκλα ελεύθερη δεν υπήρχε. Κάθισα πιο πέρα σε ένα παγκάκι κι άκουγα –χωρίς να το θέλω, τ’ ορκίζομαι, εγώ μπήκα να πάρω μιαν ανάσα για να πάω στην εφορία, μην το ξεχνάμε. Πάραυτα κατάλαβα ότι αυτό το «συμπεθεριό» ήταν όλοι τους αρχαιοφύλακες του Μουσείου εκ μετατάξεως από τον ΟΣΕ, τον ΗΣΑΠ ή και κάτι άλλο, οι οποίοι έτσι περνούν πλέον την ημέρα τους. Κάθε μέρα.

 Η σερβιτόρα δεν προλάβαινε να φέρνει τους «φραπέδες» και τους «φρέντους καπουτσίνους με σαντιγί και κανέλα». Συζητούν για την «κατάσταση», φωνάζουν και απειλούν την κυρία Μέρκελ που «δεν ξέρει τι της γίνεται αυτηνής και των ομοίων της των κρυόκωλων Ευρωπαίων, που μας ζητάνε και τα ρέστα. Ποιοι, αυτοί, που όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες, εκείνοι είναι ζήτημα αν έτρωγαν και βελανίδια»… Ποιοι, αυτοί, που υποχρέωσαν αυτούς, τους απογόνους του Πραξιτέλους και του Περικλέους, «να φύγουν από την υπηρεσία τους στα τρένα και να πάνε να φυλάνε τις πέτρες – και με λιγότερα λεφτά μάλιστα». Πάνω σε τέτοια έξαψη και για τόσο σοβαρά ζητήματα τα τσιγάρα, που αρειμανίως καπνίζουν όλοι, αντί στο τασάκι εκτοξεύονται με δεξιοτεχνία –εννοείται– αρχαίου Έλληνα δισκοβόλου, χτυπούν έναν κούρο στο δόξα πατρί και εξοστρακιζόμενα προσγειώνονται με αξεπέραστη –αρχαιοελληνική εννοείται– ευστοχία στο εσωτερικό ενός αμφορέα.

 Εν τω μεταξύ τα πρώτα γκρουπ των «κρυόκωλων Βορειοευρωπαίων» επισκεπτών του Μουσείου κατεβαίνουν να ξαποστάσουν από την ξενάγησή τους, να πιουν και εκείνοι ένα ποτήρι νερό στον κήπο με το αττικό πρωινό φως• πλην όμως φευ! Τα πόστα είναι πιασμένα από όλους τους συγγενείς πρώτου βαθμού του Αριστοτέλη, του Σοφοκλή, του Πλάτωνα• το πρωινό αττικό φως έχει κατατροπωθεί ντουμανιασμένο από τα Marlboro που καπνίζουν και εξακοντίζουν οι απόγονοι αυτού του σογιού, η σκούφια του οποίου κρατάει από τον Χρυσό Αιώνα και βάλε.

 Βολευτήκαμε όλοι στα παγκάκια – άλλωστε καλή καρδιά να υπάρχει κι όλοι οι καλοί χωράνε, έλεγε η γιαγιά μου• σίγουρα τρανής αρχαιοτάτης καταγωγής και η αείμνηστος.

Είχα δει και ακούσει αρκετά για όλο το μεγάλο και σπουδαίο γενεαλογικό μας δέντρο καθώς και για τις γενεές δεκατέσσερις που εψάλησαν στους αστοιχείωτους, αγράμματους Ούνους, Γότθους, Βησιγότθους, μην πω και Βίκινγκς, που αντί να μας φιλάνε τα πόδια με το γαλλικό μας πεντικιούρ και να λένε κι ευχαριστώ που τους δείχνουμε τους κούρους μας και τους αμφορείς μας –που εμείς άμα γουστάρουμε τους κάνουμε τσιγαροθήκες– το παίζουνε και ξύπνιοι και θέλουνε τα δανεικά τους πίσω…

 Ποιοι; Αυτοί!
 Από ποιους; Από μας!

*Το κείμενο από τους "Πρωταγωνιστές".
Η Γιούλα Κουγιά είναι επιμελήτρια εκδόσεων.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου